Μεξικανικός Κινηματογράφος

Μιας και στο "καλαμπόκι" τρέφουμε μία ιδιαίτερη συμπάθεια στο Μεξικό, σκέφτηκα ότι μπορεί να σας ενδιαφέρει ένα post που είχα γράψει τον Φεβρουάριο με αφορμή το αφιέρωμα που έγινε στην Αθήνα για τον μεξικανό σκηνοθέτη El Indio.

Η Πρεσβεία του Μεξικό στην Αθήνα, το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και το Υπουργείο Πολιτισμού διοργάνωσαν στο σινεμά ΦΙΛΙΠ ένα αφιέρωμα στον Μεξικανό Σκηνοθέτη Emilio Fernández “El Indio” από τις 19 έως τις 25 Γενάρη.
Το Μεξικό είχε μία ισχυρή βιομηχανία κινηματογράφου, που ωρίμασε στη σκιά του Hollywood και που τα τελευταία χρόνια ζει μία εντυπωσιακή επανάκαμψη και «ανακάλυψη» από τα πρώτα του ακόμα βήματα. Ξεκίνησε την εποχή του βωβού με θέματα γύρω από την Μεξικανική Επανάσταση. Οι μεξικανοί αστέρες ήταν σέξυ, εντυπωσιακές γυναίκες ηθοποιοί και σκληροτράχηλοι αλλά ρομαντικοί cowboys. Γύρω στο 1940, άρχισαν να εμφανίζονται ταινίες με έντονους κοινωνικούς προβληματισμούς, τα προβλήματα στη γη των αγροτών και των αυτοχθόνων και μερικές επικές ταινίες με θέμα τους Αζτέκους. Μεγάλη θραύση άρχισαν να κάνουν και οι ταινίες γύρω από τον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο, όπως αυτές με τον John Wayne, πάντα υποτιτλισμένες. Κάπου εκεί άρχισε η εποχή της Χρυσής Δεκαετίας του Μεξικανικού Κινηματογράφου. Οι Μεξικανοί αγαπούσαν τον κινηματογράφο και είχαν πολύ όμορφα διακοσμημένες αίθουσες στις μεγάλες πόλεις. Στα χωριά έβλεπαν τις ταινίες σε τέντες στην ύπαιθρο, που τις έστηναν περιπλανώμενοι τσιγγάνοι. Εκατοντάδες ταινίες γυριζόντουσαν κάθε χρόνο στο Μεξικό, εκείνη την εποχή. Yπήρχε και σε μεγάλο βαθμό συνεργασία και ανταλλαγή και επενδύσεις μεταξύ Hollywood και Μεξικό. Διάσημοι μεξικανοί ηθοποιοί όπως η Cantinflas, η Dolores del Rio, ο Pedro Armendariz και η Sarita Montiel εργάστηκαν συχνά στο Hollywood. Το 1959, ο ισχυρός ξένος ανταγωνισμός, το συνεχώς υποτιμούμενο μεξικανικό νόμισμα και η έντονη εθνικοποίηση του εγχώριου κινηματογράφου από την τότε μεξικανική κυβέρνηση, οδήγησαν την Χρυσή Εποχή του μεξικανικού κινηματογράφου σε ένα τέλμα. Ο απρόσμενος χαμός σε πολύ νεαρές ηλικίες μεγάλων αστεριών όπως του Pedro Infante, του Jorge Negrete και του Pedro Armendariz γονάτισαν την βιομηχανία. Ήδη όμως είχε κάνει αισθητή την παρουσία του ο Emilio Fernández, που για πολλές δεκαετίες θεωρήθηκε εθνικό σύμβολο.
Κατάφερα να δω 3 από τις ταινίες του. Η κακοκαιρία και η παγωνιά στο σινεμά λόγω έλλειψης θέρμανσης δεν βόηθησαν και πολύ, αν και το αφιέρωμα ήταν εξαιρετικό στο σύνολό του. Γιατί δεν είναι μόνο ο El Indio Fernández ένας από τους πιο διάσημους σκηνοθέτες του Μεξικό του 20ου αιώνα, αλλά και ο συνεργάτης του φωτογράφος-κινηματογραφιστής Gabriel Figueroa θεωρείται ένας από τους καλύτερους παγκοσμίως στο είδος του. Ο φακός του Figueroa αποκάλυψε στον κόσμο το Μεξικό των φωτοσκιάσεων, με το maguey (τοπικό είδος κάκτου-φραγκοσυκιάς) και τα σύννεφα να κυριαρχούν σε ένα ατελείωτο τοπίο από ηφαίστεια. Μέσα από την ματιά του φάνηκε μια χώρα που πάλλεται, γεμάτη ζωή. Μέσα από τις 213 ταινίες του, κατάφερε με τους Alex Phillips, Ross Fischer, Jack Draper και Paul Strand ανάμεσα σε άλλους, να θέσει γερές βάσεις για την πραγματική αξία της φωτογραφίας στον κινηματογράφο, μετατρέποντάς την σε ένα από τους καθοριστικούς παράγοντες που έδωσαν μεγαλοπρέπεια στο εθνικό μεξικανικό σινεμά, την Χρυσή Εποχή του Κινηματογράφου. Μία καθοριστική στιγμή στην καρριέρα του στάθηκε η επαφή του με τον Greg Toland το 1935, όταν μια υποτροφία τον οδήγησε για σπουδές στο Hollywood. Ο Toland, φωτογράφος του Πολίτη Κέϊν του Orson Wells, θα θεωρείτο για πάντα από τον Figueroa σαν ο δάσκαλός του, αυτός από τον οποίο έμαθε το χειρισμό του φωτός, της οπτικής, της σύνθεσης και του βάθους του κάμπου. Όπως είχε πει και ο ίδιος για τη δουλειά του όταν το 1971 του απένειμαν το Εθνικό Βραβείο Τεχνών στο Μεξικό «είμαι σίγουρος ότι αν αξίζω κάποιον έπαινο, είναι γιατί ήξερα να χρησιμοποιήσω τα μάτια μου, που καθοδήγησαν τις κάμερες στο να αιχμαλωτίσουν όχι μόνο τα χρώματα, το φως και την σκιά, αλλά την κίνηση, που είναι η ίδια η ζωή». Έτσι, ενώ ο El Indio σφράγισε τις ταινίες του με ένα μεγαλοπρεπή μοναδικό επιβλητικό ρυθμό, ο Figueroa μεταμόρφωσε τα σενάρια σε μία σειρά από εικόνες γεμάτες από φανταστικά παιχνίδια με το φως για να σχηματίσουν αυτό το δυνατό δίδυμο που εξύμνησε με μοναδικό τρόπο το πνεύμα και την ομορφιά των Μεξικανών. Επιπλέον των ταινιών που γύρισε με τον El Indio Fernández, δύο ακόμα δουλειές του έγιναν περισσότερο γνωστές, Los olvidados (1950) του Luis Buñuel και La noche de la iguana (1964) του John Huston.
Ο σκηνοθέτης για τον οποίο έγινε το αφιέρωμα στο Φιλίπ, ο Εl Ιndio Fernández, στις ταινίες του μίλησε για τα προβλήματα και τις αντιθέσεις της μεξικανικής κοινωνίας, όντας ο ίδιος γιος πατέρα ισπανού και μητέρας ιθαγενούς. Εστίασε στην εγκατάλειψη και την άσχημη μοίρα που έχουν καταδικαστεί από την κοινωνία οι «ταπεινές τάξεις» και κυρίως οι αυτόχθονες. Τον ενδιέφερε κυρίως το μήνυμα και όχι η πλοκή, πίστευε ότι ο κινηματογράφος και οι ιδέες πρέπει να βρίσκονται σε αρμονία με την ζωή. Γι αυτό και επικεντρώθηκε μέσα από μεγάλους, κυνηγημένους και ατυχείς έρωτες, στην κοινωνική αδικία, την φτώχεια, την παντελή έλλειψη περίθαλψης και εκπαίδευσης των ιθαγενών Μεξικανών, την περιθωριοποίηση. Ο ίδιος πέρασε μία ζωή διά πυρός και σιδήρου, όταν στα 12 του εγκατέλειψε το σχολείο για να πάρει μέρος στην Μεξικανική Επανάσταση. Συνελήφθη και καταδικάστηκε σε 20 χρόνια φυλάκισης, αλλά κατάφερε μετά 3 χρόνια να το σκάσει και να καταλήξει να δουλεύει στο Hollywood! Επέστρεψε στο Μεξικό στις αρχές του 30, για να δουλέψει αρχικά σαν ηθοποιός και στη συνέχεια σαν σκηνοθέτης, επηρεασμένος ιδιαίτερα από τον σοβιετικό σκηνοθέτη Serguéi Eisenstein, που γύρισε το 1931 το ¡Que viva México! καθώς και από τον αμερικανό John Ford, προβάλοντας τελικά στις σπουδαιότερες ταινίες του την πάλη των πρωταγωνιστών και τον σκληρό αλλά μάταιο αγώνα τους, καθώς δεν μπορούν να αποφύγουν το τραγικό πεπρωμένο που καιροφυλακτεί. Το μήνυμα του El Indio Fernández είναι ξεκάθαρο και απαισιόδοξο: η ζωή είναι μία σειρά από πόρτες που κλείνουν μπροστά στον άνθρωπο και αποδεικνύεται δύσκολο έως και αδύνατα να μπορέσουμε να αποφύγουμε τις παγίδες που κρύβονται σε κάθε βήμα. Για τη ζωή του πολλά έχουν γραφτεί, χαμένα κάπου ανάμεσα στο μύθο και την πραγματικότητα. Ο ίδιος πάντως με περηφάνεια έλεγε ότι πάλεψε για την Επανάσταση, ότι έμαθε τον Rodolfo Valentino να χορεύει, ότι πόζαρε γυμνός για τον γλύπτη που δημιούργησε το αγαλματίδιο των Oscar και ότι η μεγάλη αγάπη της ζωής του δεν ήταν κάποια από τις γυναίκες του, αλλά μία γυναίκα που δεν μπόρεσε ποτέ να κατακτήσει, η Olivia de Havilland. Ο κινηματογράφος δεν ήταν από την αρχή ο στόχος του, προέκυψε σαν συνέπεια της δυνατής προσωπικότητάς του, αυτού του ατίθασου σκληρού «αλόγου» -όπως τον αποκαλούσαν- ικανού όμως για την ακραία τρυφερότητα. Έτσι έφτασε να είναι ο πιο διάσημος Μεξικανός σκηνοθέτης του 20ού αιώνα.
Οι πρωταγωνιστές στις ταινίες του El Indio Fernández είναι τα μεγάλια αστέρια που θριάμβευσαν την Χρυσή Εποχή του Μεξικανικού Κινηματογράφου.
Και οι 3 ταινίες που είδα είναι γεμάτες με βίαια συναισθήματα και ζωή, αλλά και ένα είδος λυρισμού που στην μία τουλάχιστον περίπτωση, στην Enamorada, με συνεπήρε κυριολεκτικά. Τον καιρό της επανάστασης, ο στρατός των zapatistas του στρατηγού José Juan Reyes μπαίνει στην ήσυχη και συντηρητική πόλη της Cholula. Ενώ κατασχέτει τα αγαθά των πλουσίων, ο στρατηγός Reyes ερωτεύεται την όμορφη, πλούσια και ατίθαση Beatriz Peñafiel, κόρη του μεγαλύτερου προύχοντα της Cholula. Η αρχική απέχθεια που νοιώθει η Beatriz για τον επαναστάτη, δίνει τη θέση της στην περιέργεια και –τελικά- σε ένα βαθύ και αυθεντικό έρωτα, που την οδηγεί να αφήσει τα πάντα πίσω της και να τον ακολουθήσει στον αγώνα του. Mελόδραμα με δυνατά πάθη και αρκετά στοιχεία κωμωδίας, θυμίζει λίγο Shakespeare στην «Στρίγγλα που έγινε αρνάκι» και αποτελεί την επιτομή του έργου του Emilio Fernández.
Οι εικόνες του σε αυτήν την ταινία αιχμαλώτισαν αρκετές γενιές μεξικανών, οι οποίοι –όπως και ο Gabriel Figueroa- έμειναν άφωνοι μπροστά στην μαγεία των εκπληκτικών ματιών της María Félix.
Στην Enamorada, ο Indio αποκάλυψε μία πλευρά του γεμάτη με τρυφερό ρομαντισμός αλλά και βιαιότητα. Σαν να ένοιωθε ο ίδιος στο πετσί του τον πόνο του ερωτευμένου Armendáriz, ενός άνδρα-ηθοποιού τόσο macho και τόσο υπερόπτη, αλλά ταυτόχρονα και τόσο ανήμπορου μπροστά στην απόρριψη της γυναίκας που αγαπά. Σε αυτήν την ταινία συνεργάστηκε για πρώτη φορά με την María Félix, με μία φωτογραφία της οποίας ξεκίνησα και αυτό το blog. Την χολυγουντιανή εκδοχή της Enamorada με τον τίτλο The Torch γύρισε λίγα χρόνια μετά ο Indio με πρωταγωνιστές τον Armendáriz και στη θέση της María Félix, που ποτέ δεν δέχτηκε να μάθει αγγλικά και να παίξει στον αμερικανικό κινηματογράφο, την Paulette Goddard, πρώην γυναίκα του Τσάρλι Τσάπλιν. Η ερμηνεία της όμως χάθηκε μπροστά στο απύθμενο βάθος των ματιών της María, η οποία κατάφερε να γίνει η Beatriz Peñafiel ένας μοναδικός, αξέχαστος και ανεπανάληπτος χαρακτήρας στο πάνθεον του μεξικανικού κινηματογράφου.
Χωρίς αμφιβολία, η ιστορία του κινηματογράφου της χώρας της δε θα ήταν η ίδια αν δεν υπήρχε η María Félix. Αν και γράφτηκαν για εκείνη χιλιάδες σελίδες σχετικά με τη ζωή και τις ταινίες της, παρόλα αυτά κανένα κείμενο δεν κατάφερε να συλλάβει την ουσία αυτής της γυναίκας, της οποίας η αυθεντικότητα και η μοναδικότητα δεν μπορούν να κλειστούν σε κάποιες λέξεις. Πολλοί ειδικοί έγραψαν κατά καιρούς ότι η María πάντα ερμήνευε τον εαυτό της στις ταινίες της. Άλλοι, όπως ο Paco Ignacio Taibo I –συγγραφέας του βιβλίου La Doña (1991)- έγραψαν ότι η εμφάνισή της στο πανόραμα του μεξικανικού κινηματογράφου ήταν τόσο ισχυρή που οι συνεριογράφοι και οι σκηνοθέτες κατέληξαν να γράφουν ταινίες ειδικά για εκείνη, σύμφωνα με την προσωπικότητά της. Το αποτέλεσμα ήταν ένα περίεργο μείγμα πραγματικότητας και φαντασίας που έκανε ακόμα πιο δυνατό το μύθο της.
Οι γάμοι της με τον πιο γνωστό Λατίνο συνθέτη μεταξύ του 1930-1960, Agustín Lara (1943-1947) και με τον διάσημο τραγουδιστή Jorge Negrete (1952-1953) της έδωσαν το παρατσούκλι αυτής που «καταβροχθίζει» τους άνδρες. Η φήμη της εξαπλώθηκε όχι μόνο σε όλη την Λατινική Αμερική, αλλά και στην Ισπανία, την Ιταλία και την Γαλλία, όπου και γύρισε μία από τις πιο σπουδαίες ταινίες της, το French Cancan (1954) με σκηνοθέτη τον Jean Renoir. Η επιμονή της να αρνείται να δουλέψει για το Hollyhood ήταν θρυλική, αν και γι αυτό δεν μπόρεσε να γίνει γνωστή στο Βορρά, πέρα από τα μεξικανικά σύνορα. Της ίδιας πάντως της αρκούσε ο θρίαμβος στην πατρίδα της και η επιτυχία της στις ευρωπαϊκές χώρες όπου έγινε γνωστή με το όνομα "La Mexicana". Μέσα από 47 ταινίες, κατάφερε να διατηρήσει τον αέρα μιας πραγματικής σταρ, έφτιαξε την εικόνα μιας σκληρής γυναίκας που διαφοροποίηθηκε σημαντικά από τον παραδοσιακό ρόλο της Λατινομερικάνας γυναίκας που ζούσε στην σκιά κάποιου άνδρα.
Συμπρωταγωνιστής της στην Enamorada ήταν o Pedro Armendáriz, ηθοποιός με τόσο ρωμαλέα προσωπικότητά και τόσο πλάνα πράσινα μάτια, που οδήγησαν πολλές Βορειοαμερικανίδες τουρίστριες στην πόλη του Μεξικό το 1935, μόνο και μόνο για να τον γνωρίσουν από κοντά. Αυτές που κατάφερναν να του μιλήσουν από κοντά, ανακάλυπταν έναν νέο αξιαγάπητο και κοσμοπολίτη, ικανό να απαγγείλει απο μνήμης τον μονόλογο του Άμλετ σε άψογα αγγλικά. Ο χαρακτήρας και η ανδροπρεπής ομορφιά του τράβηξαν την προσοχή των ανθρώπων του σινεμά, που μαζευόντουσαν τα βράδια στο γκρεμισμένο πια φαρμακείο “Regis”. Ο ομιλών κινηματογράφος είχε φτάσει στο Μεξικό το 1931 και το μέλλον της βιομηχανίας ήταν αβέβαιο. Χρειάζονταν πρόσωπα που να αιχμαλωτίζουν το κοινό και ταλέντα που να να μπορούν να αντέξουν το βάρος ενός πρωταγωνιστή και στο γωνιώδες πρόσωπο του νεαρού Armendáriz βρήκαν και τα δύο προσόντα. Αν και στο αίμα του δεν κυλούσε σταγόνα αίματος αυτόχθονα, ο Armendáriz κατάφερε να ενσαρκώσει την ουσία της μεξικανικότητας περισσότερο από οποιοδήποτε άλλο ηθοποιό της πατρίδας του. Αυτή η εκτίμηση –αποδεκτή από ιστορικούς, κριτικούς, συναδέρφους και θαυμαστές του- θεμελιώθηκε κυρίως απο τις προσωπικότητες που ανέδειξε μέσα από τις ταινίες του σκηνοθέτη Emilio Fernández. Μαζί με την Dolores del Río, υπό την καθοδήγηση του Εl Indio, έπαιξε στις σπουδαιότερες ταινίες της Χρυσής Εποχής του Μεξικανικού Κινηματογράφου, όπως στο Flor silvestre (1943), την Bugambilia (1945) και την María Candelaria (1944). Την σπουδαία καρριέρα του συνέχισε και εκτός του Μεξικό, στην Βόρεια Αμερική και στην Ευρώπη. Θεωρήθηκε πρότυπο της αρρενωπότητας και της ανδρικής ομορφιάς. Τα χαρακτηριστικά και η κορμοστασιά του ήταν σχεδόν τέλεια. Αλλά ήταν το πάθος του, η δύναμη και οι ικανότητές του σαν ηθοποιός που σε συνδυασμό με τον χαρακτήρα του gentleman, τον έκαναν αμέσως το φαβορί σκηνοθετών όπως ο John Ford με τον οποίο γύρισε τον Φυγά (1947) και στη συνέχεια εμφανίστηκε σε συμπρωταγωνιστικό ρόλο στο Fort Apache και στους 3 Godfathers (1948). Όταν το 1963 ανακάλυψε ότι έπασχε από καρκίνο, προτίμησε να δώσει τέλος στην αγωνία και στον πόνο με μία σφαίρα στον κρόταφο. Ήταν ένας από τους 91 ανθρώπους, ανάμεσα στους John Wayne, Susan Hayward, και Agnes Moorehead, των οποίων ο καρκίνος αποδόθηκε στην έκθεσή τους σε ραδιενέργεια, στην διάρκεια γυρισμάτων της ταινίας The Conqueror (1956).
Είναι κρίμα που αυτό το αφιέρωμα κράτησε τόσες λίγες μέρες και συνέπεσε με την κακοκαιρία, γιατί πραγματικά πιστεύω ότι οι ταινίες του El Indio θα είχαν μεγάλη απήχηση στο ελληνικό κοινό. Εμένα τουλάχιστον με συνεπήραν.

Posted by...Juanita La Quejica at 3:12 μ.μ.  

3 comments:

The Motorcycle boy είπε... 14/11/06, 11:47 μ.μ.  

Δεν προλαβαίνω να το διαβάσω τώρα -το αφήνω για το πρωί με τον καφέ μου. Αλλά μοιάζει εντυπωσιακό.

οι σκιές μιλάν είπε... 15/11/06, 5:00 π.μ.  

Ασφαλως και ενδιαφέρει. Αλλά ναι, θα συμφωνήσω με τον Μμπόυ. Αύριο με το καφεδάκι.
Καλημέρες

Mantalena Parianos είπε... 17/11/06, 11:57 π.μ.  

To Εl Indio είναι από τα αγαπημένα μου ονόματα... (όχι επειδή είμαι ινδιάνα :)

αλλά επειδή είναι το όνομα εν΄ςο ήρωα από το "Tristessa" του Τζακ Κέρουακ.
:D

Καλημέρα παιδιά

Δημοσίευση σχολίου